Η λέξη «αψίκορος» είναι μια σύνθετη λέξη με πρώτο συνθετικό το άπτω (δένω, ανάβω, αγγίζω, συνάπτω, προσαρμόζω) και δεύτερο συνθετικό το κόρος (κορεσμός, πληρότητα).
Η λέξη έχει τριπλή σημασία: είτε αναφέρεται σε αυτόν που χορταίνει γρήγορα, είτε σε αυτόν που αλλάζει γρήγορα ορέξεις και επιθυμίες είτε στον οξύθυμο και ευέξαπτο.
Πηγή: https://www.alfavita.gr/


