
Γράφει η Καλλιόπη Γραμμένου
Γεννήθηκα από μια φυγή και μεγάλωσα σε μια υπόσχεση που ράγισε.
Η πρώτη μου ανάσα ήταν ένας αποχωρισμός, ένα «όχι» γραμμένο στο αίμα, πριν καν το αίμα ζεσταθεί.
Μια μάνα-σκιά, που άφησε το στίγμα της στην απουσία, ένα κενό σε σχήμα αγκαλιάς που δεν με χώρεσε.
Κι έπειτα ήρθε η δεύτερη επιλογή, το «ναι» που έγινε καθρέφτης.
Μια μάνα-λιμάνι, που υποσχέθηκε πως το κύμα σταματά εδώ.
Μα το λιμάνι είχε τείχη και η αγάπη είχε όρους και το «ναι» έγινε σιωπή κι η σιωπή έγινε πάλι πόρτα κλειστή.
Τώρα στέκομαι ως ενήλικας πια, με δυο ορφάνιες στις τσέπες μου, σαν πέτρες που βαραίνουν το βήμα, μα δεν με βουλιάζουν.
Αλήθεια, πόσες φορές πρέπει να χάσεις μια μάνα για να βρεις τον εαυτό σου;
Πόσες φορές πρέπει να μείνεις μόνος για να γίνεις εσύ το σπίτι σου;
Δεν είμαι πια το παιδί που περισσεύει.
Είμαι ο άνθρωπος που έμαθε να αναπνέει χωρίς το οξυγόνο της αποδοχής τους.
Στα ραγίσματά μου δεν κατοικεί η ντροπή, μα το φως… γιατί αν επιβίωσα από δυο ερήμους, τότε μέσα μου κουβαλώ μια ολόκληρη πηγή.
Και η πηγή αυτή δεν αναβλύζει πικρό νερό, μα μια δύναμη που μόνο οι επιζώντες γνωρίζουν.
Είναι το δίκιο μου που προσπαθεί να γίνει ανάστημα, είναι η μοναξιά μου που προσπαθεί να γίνει ελευθερία.
(Όταν μια μαρτυρία συναντά την αλήθεια, όταν η αγάπη για ζωή νικά την πίκρα και τον πόνο)


