Κουβέντα στην «αυλή» μας, συντροφιά με τον ηθοποιό Μάνο Ζαχαράκο, έχοντας ως αφορμή τη συμμετοχή του στην παράσταση «Οι 12 Ένορκοι», σε σκηνοθεσία της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη, που συνεχίζει για 11η χρονιά στο θέατρο Αλκμήνη

Ξεκινώντας την κουβέντα μας, θα ήθελα να πάμε μερικά χρόνια πίσω και να σας ρωτήσω, τι ήταν αυτό που σας ώθησε ν’ ασχοληθείτε με την υποκριτική;
Η ενασχόλησή μου με την υποκριτική ξεκίνησε πριν πολλά χρόνια. Ήμουν μαθητής στο σχολείο όταν έμαθα ότι στον Δήμο Αμαρουσίου ζητούσαν ερασιτέχνες ηθοποιούς για κάποιες παραστάσεις που θα ανέβαζαν. Η ανησυχία υπήρχε από τότε. Ήταν κάτι ασαφές, καθόλου συγκεκριμένο, αλλά μέσα μου ένιωθα πως ήταν επιτακτική ανάγκη να ασχοληθώ με το θέατρο, χωρίς κι εγώ ο ίδιος να μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς με ωθούσε. Όταν όμως ένας νέος άνθρωπος καταπιάνεται με έργα όπως του Καμπανέλλη και του Ψαθά, και οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάζεται είναι γνώστες του θεάτρου και προσπαθούν να αναδείξουν τις αρετές κλασικών έργων, τότε το κλίμα γίνεται εύφορο και δημιουργικό. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω, έστω αμυδρά, τι σημαίνει θεατρική πράξη, πρόβα, σύνδεση, αποτέλεσμα. Όλο αυτό ήταν μαγικό στο μυαλό ενός νέου παιδιού. Έτσι ξεκίνησαν όλα!
Από το χθες, πως φτάσατε στο σήμερα; Ποιοι σταθμοί σε αυτή τη διαδρομή έχουν μείνει χαραγμένοι στη μνήμη σας και ποιες συνεργασίες έχετε να θυμάστε;
Στα 18 μου έδωσα εξετάσεις στη δραματική σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Εκεί πια κατάλαβα και οριστικοποιήθηκε μέσα μου ότι αυτή η δουλειά είναι για μένα. Εκεί έμαθα ότι για να γίνεις ηθοποιός θέλει σκληρή δουλειά, μελέτη και πειθαρχία. Η σχολή, για έναν νέο ηθοποιό, είναι πραγματικά σταθμός· είναι η αρχή, το έναυσμα. Αν η αρχή δεν γίνει σωστά, εκεί μπορεί να χαθεί όλη η μαγεία. Εγώ, ευτυχώς, φοίτησα σε μια σχολή που μου έμαθε πολύ σωστά τα βήματα που πρέπει να κάνει ένας νέος ηθοποιός για να ενταχθεί στον χώρο. Σταθμοί στην καριέρα μου είναι, βέβαια, το Εθνικό Θέατρο -όπου δούλευα αρκετά χρόνια-, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Θέατρο Τέχνης, αλλά και στο ελεύθερο θέατρο όπου συνεργάστηκα με σπουδαίους ηθοποιούς. Εκεί προσπάθησα να μάθω σε βάθος τη διαδικασία του θεάτρου. Δεν θα ήθελα να αναφέρω συγκεκριμένα έργα και συνεργασίες γιατί μπορεί να ξεχάσω και να αδικήσω κάποιους ανθρώπους.
Ενδέκατος χρόνος για την παράσταση «Οι 12 Ένορκοι», σε σκηνοθεσία της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη, ενδέκατος χρόνος επιτυχίας, όπως φανερώνει ο θαυμασμός των θεατών. Ποιο είναι αυτό το στοιχείο που ξεχωρίζει στην παράσταση κατά τη γνώμη σας;
Η επιτυχία δεν είναι κάτι που ακολουθεί ένα θεατρικό έργο έτσι μαγικά. Κάθε μέρα, εδώ και 11 χρόνια, προσπαθούμε να δώσουμε στον κόσμο να καταλάβει τα νοήματα του έργου χωρίς καμία έκπτωση και με απόλυτη συνέπεια στη σκηνοθεσία, αλλά και στο ίδιο το εξαιρετικό θεατρικό κείμενο με τα διαχρονικά μηνύματα. Δεν θα σας πω ποια στοιχεία ξεχωρίζουν μεμονωμένα, γιατί θεωρώ ότι ένα σύνολο πραγμάτων πρέπει να κεντρίζει το ενδιαφέρον του θεατή. Υπάρχουν πολλά στοιχεία, από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου, που μαγνητίζουν τον θεατή. Θα σας πω όμως ότι αυτό το έργο είναι ένα ψυχογράφημα 12 διαφορετικών ανθρώπων. Αυτό από μόνο του εντάσσει τον θεατή μέσα στην παράσταση και γίνεται ένα σώμα μαζί της. Πολλές φορές ο θεατής βλέπει τον εαυτό του μέσα στην παράσταση και προσπαθεί να ανακαλύψει τις ανεπάρκειες -ή και τα καλά- στοιχεία του.

Πείτε μας, τι σας έκανε να συμμετέχετε στην παράσταση «Οι 12 Ένορκοι» και ποιος είναι ο ρόλος σας σε αυτή;
Δεν θέλω τίποτα παραπάνω από ένα εξαιρετικό έργο και εξαιρετικούς συνεργάτες για να επιλέξω να είμαι σε μια παράσταση. Υποδύομαι τον ένορκο 8, που τολμά από την πρώτη στιγμή να αμφισβητήσει όλους τους υπόλοιπους. Όχι επειδή θέλει να προκαλέσει, αλλά επειδή νιώθει βαθιά μέσα του ότι η ζωή ενός παιδιού δεν μπορεί να κριθεί με ευκολία και βιασύνη. Προσπαθεί να πει στους άλλους να μην κοιτάζουν επιφανειακά τα δεδομένα, αλλά να διευρύνουν το μυαλό τους και να δουν σε βάθος τι πραγματικά υπάρχει -όχι να αντιμετωπίζουν την υπόθεση με στερεότυπα, θυμό και προκαταλήψεις. Προσπαθεί να υπερασπίζεται την αλήθεια χωρίς να γίνεται δογματικός. Ο ένορκος 8 δεν φοβάται να είναι μειοψηφία· προσπαθεί να υπηρετεί τη δικαιοσύνη.
Θα μπορούσε να ήταν μια έκφραση της καθημερινότητάς μας η θεματολογία της παράστασης;
Η παράσταση πραγματικά είναι έκφραση της καθημερινότητας. Όλες αυτές οι προκαταλήψεις, οι έτοιμες κρίσεις, οι φόβοι, οι προσωπικές πληγές που επηρεάζουν τον τρόπο που βλέπουμε τους άλλους… όλα αυτά υπάρχουν καθημερινά στη ζωή μας. Η παράσταση δεν μιλάει μόνο για έναν κατηγορούμενο· μιλάει για όλους μας. Για τη στιγμή που πρέπει να πούμε: «Σταμάτα! Ας το ξαναδούμε». Για τη στιγμή που πρέπει να ακούσουμε τον άλλον πριν κρίνουμε. Αυτή η μάχη ανάμεσα στη βεβαιότητα και τη σκέψη, στη βιασύνη και τη δικαιοσύνη, είναι κάτι που ζούμε συνεχώς - στις σχέσεις μας, στη δουλειά μας, στην κοινωνία συνολικά.
Ποιο μήνυμα-κάλεσμα, θα «στέλνατε» σ’ έναν υποψήφιο θεατή ώστε να δει την παράσταση;
Θα του έλεγα: «Αν θέλεις να σκεφτείς, να νιώσεις, να συζητήσεις μετά την παράσταση, θα χαρώ πραγματικά να σε δω στην αίθουσα! Είναι μια εμπειρία που αξίζει να τη ζήσουμε μαζί».
Θα σας δούμε και κάπου αλλού φέτος; Ποια είναι τα «άμεσα» σχέδιά σας;
Αυτή τη στιγμή δεν έχω κανένα άμεσο σχέδιο. Αύριο είμαι σίγουρος ότι θα ’χω!
Ποια είναι η αγαπημένης σας ατάκα μέσα στο έργο;
«Η προκατάληψη πάντα επισκιάζει την αλήθεια».

Για περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση, πατήστε ΕΔΩ
Παύλος Ανδριάς για τον aylogyros news


