Κουβέντα στην «αυλή» μας, συντροφιά με την ηθοποιό Ιωάννα Μπατή, έχοντας ως αφορμή τη συμμετοχή της στην παράσταση «Κάνε μια ευχή!» του Θανάση Λιούνη, στο Χώρο Τέχνης Ασωμάτων.

Ξεκινώντας την κουβέντα μας, θα ήθελα να πάμε μερικά χρόνια πίσω και να σας ρωτήσω, τι ήταν αυτό που σας ώθησε ν’ ασχοληθείτε με την υποκριτική;
Θυμάμαι να ονειρεύομαι «όταν μεγαλώσω να γίνω ηθοποιός» απ’ όταν ήμουν στο δημοτικό. Ήμουν ένα παιδί που διάβαζε πολύ, άριστη μαθήτρια και επιμελής σε όλα για το σχολείο, αλλά εκεί που η καρδιά μου αγαλλίαζε πραγματικά ήταν στη λογοτεχνία. Βιαζόμουν πάντα να ολοκληρώσω τη μελέτη μου για το σχολείο και τα φροντιστήρια για να διαβάσω κι άλλο μετά. Διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, κυρίως λογοτεχνία, γύρω στα δώδεκα άρχισα να διαβάζω και θέατρο. Νομίζω το πρώτο έργο που διάβασα ήταν το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα, ύστερα την «Αντιγόνη», τότε που έβλεπα «Δυο Ξένους» με λατρεία. Έγραφα πολύ επίσης, κρατούσα ημερολόγιο, αλλά πιο πολύ έγραφα όταν δυσκολευόμουν. Μου άρεσαν και μου αρέσουν οι ιστορίες των ανθρώπων. Μου άρεσε να τις διαβάζω, αλλά και να τους δίνω ζωή. Θυμάμαι να μου λέει παραμύθια η μητέρα μου και το πρώτο που της ζητούσα όταν τελείωνε ήταν να τα παίξουμε. Η επιθυμία μου να καταλάβω τους ανθρώπους, τις κρυφές πλευρές και τις σχέσεις τους καλύτερα μάλλον με οδήγησε σε αυτό τον δρόμο. Οι χαρακτήρες των έργων βρίσκονται πάντα σε κάποιου είδους κρίση, αδιέξοδο, μου θύμιζαν ως παιδί τους ανθρώπους γύρω μου.
Από το χθες, πώς φτάσατε στο σήμερα; Ποιοι σταθμοί σε αυτή τη διαδρομή έχουν μείνει χαραγμένοι στη μνήμη σας και ποιες συνεργασίες έχετε να θυμάστε;
Τα χρόνια της εκπαίδευσης είναι σίγουρα ο πρώτος σημαντικός σταθμός της διαδρομής. Ξεκινώντας από την Κέρκυρα όπου σπούδαζα μετάφραση, αλλά έπαιζα και στη θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου, «Η Μεγάλη Παντομίμα» του Ντάριο Φο, η πρώτη μου επαφή με την εμπειρία της παράστασης. Το Θέατρο του Ιονίου και τα πρώτα μου μαθήματα υποκριτικής κοντά στον Πέτρο Αυγερινό. Ύστερα, το Θεατρικό Εργαστήριο Δήμου Κερατσινίου με δάσκαλο τον Τάκη Τζαμαργιά. Το Θέατρο των Αλλαγών και η γνωριμία μου εκεί, μεταξύ άλλων σημαντικών δασκάλων, με την Όλγα Τζώρτζ και την Τεχνική Μάισνερ που τόσο αγάπησα και αγαπώ. Στη συνέχεια τα χρόνια των σπουδών μου στη Δραματική Σχολή ΑΡΧΗ της Νέλλης Καρρά, αυτής της υπέροχης δασκάλας που ενθάρρυνε πάντα με τρυφερότητα και ευαισθησία όλα τα δημιουργικά μας βήματα. Είμαι ευγνώμων σε όλους τους δασκάλους μου για όσα έμαθα κοντά τους έως τώρα. Όσον αφορά τις συνεργασίες που ακολούθησαν, κρατώ την καθεμία ξεχωριστά χαραγμένη μέσα μου. Η ομάδα New Lab Theatre Company και η συμμετοχή μου στις παραστάσεις «Ηλέκτρα», «Η σημασία να είναι κανείς Ειλικρινής», «MultiMedea» σε σκηνοθεσία Όλγας Τζωρτζ, η συνεργασία μου με τη Στέφη Θεοδότου στο «Της Φύσης το Μυστικό», παράσταση για παιδικό κοινό, η συμμετοχή μου στον Χορό της «Τελέσιλλας» σε σκηνοθεσία Γιάννη Σταματίου και η απερίγραπτη χαρά του να παίζεις σε αρχαίο, ανοιχτό θέατρο και να κάνεις περιοδεία.
Τι σας έκανε να συμμετέχετε στην παράσταση «Κάνε μια ευχή!» και ποιος είναι ο ρόλος σας σε αυτή;
Είδα την ακρόαση του Θανάση και επικοινώνησα στην αρχή διερευνητικά. Διάβασα το κείμενο πριν την συνάντηση και μου άρεσε που ήταν κωμωδία, ήθελα να παίξω σε κωμωδία από καιρό. Όταν συναντηθήκαμε νιώσαμε και οι δύο ότι θέλαμε να συνεργαστούμε. Στην παράσταση αυτή, έχω τον ρόλο της Βάσως, μίας γυναίκας καθημερινής όπως θα λέγαμε. Η Βάσω είναι παντρεμένη με τον Αλέξανδρο, έχουν μια κόρη που μόλις μπήκε στο πανεπιστήμιο, δουλεύει σε ένα τυπογραφείο. Την απασχολεί η οικογένειά της, οι σπουδές της κόρης της, η τύχη του αδερφού της που μεγαλώνει, αλλά παραμένει έφηβος. Φροντίζει για όλους και για όλα και όπως συμβαίνει συνήθως, κάπου αφήνει πίσω τον εαυτό της.
Θα μπορούσε το «Κάνε μια ευχή!» να είναι ένα κομμάτι της καθημερινότητάς μας;
Ναι, απολύτως. Το έργο παρουσιάζει μια οικογένεια καθημερινή. Ένας πατέρας και μια μητέρα εργαζόμενοι, μεγαλώνουν την κόρη τους και επιθυμούν να της παρέχουν ό,τι μπορούν για να προοδεύσει. Μέσα στην καθημερινότητα, κάπου χάνουν το νήμα που τους ενώνει, το νόημα των πραγμάτων. Η μητέρα οργανώνει ένα πάρτυ με αφορμή τα γενέθλια της κόρης τους, προσπαθεί να φτιάξει μια γιορτή, να φέρει τη χαρά στην καθημερινότητά τους όπως τόσο γενναία και γενναιόδωρα κάνουν συνήθως οι μητέρες. Από εκεί και πέρα, ξεκινά μία σειρά από ευτράπελα, εξελίξεις και ανατροπές.

Ποιο μήνυμα-κάλεσμα, θα «στέλνατε» σ’ έναν υποψήφιο θεατή ώστε να δει την παράσταση;
Θα έλεγα να έρθει για να δει μια οικογένεια που σίγουρα κάτι θα του θυμίσει. Μια οικογένεια με την αγάπη της, τη φροντίδα, τη βαρεμάρα της, τα αγκάθια, τα στερεότυπα, την τρέλα της που παρά τις προκλήσεις της καθημερινότητας, τα μέλη της ξεπερνούν τον εαυτό τους και καταφέρνουν να «δουν» και να «συναντήσουν» το ένα το άλλο έστω και για λίγο.
Θα σας δούμε και κάπου αλλού φέτος; Ποια είναι τα «άμεσα» σχέδιά σας;
Δεν έχω επόμενα σχέδια προς το παρόν. Για την ώρα, με τη συμμετοχή μου σε αυτή την παράσταση και την ενασχόλησή μου με το «Actopus-Τόπος Τέχνης & Λόγου», το νέο μου εγχείρημα στο κέντρο της Αθήνας, το πρόγραμμα είναι πλήρες. Εύχομαι ο χώρος να γίνεται όλο και περισσότερο τόπος συνάντησης για ανθρώπους που αγαπούν το θέατρο και τη βιωματική εκμάθηση γλωσσών και το μέλλον να φέρει σύντομα νέες ενδιαφέρουσες, καλλιτεχνικές συνεργασίες.
Ποια είναι η αγαπημένης σας ατάκα μέσα στο έργο;
«Να μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ. Σε άφησα ποτέ μόνη;» Το λέω ως Βάσω στην κόρη μου. Κάθε φορά που το λέω σκέφτομαι τη μητέρα μου κι ένα σημείωμά της που κρατώ χρόνια στο πορτοφόλι μου: «Πάντα μαζί σου».
Για περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση, πατήστε ΕΔΩ
Οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Καχραμάνου
Παύλος Ανδριάς, aylogyros news


